|
Καλώς ήρθατε! |
|
|
Οκτώβριος 2009
Ο δικτυακός τόπος είναι υπό κατασκευή. Σύντομα θα λειτουργούν όλες οι συνδέσεις.
Φιλικά Θέμης Λιβεριάδης |
|
|
Η παλίρροια |
|
|
Επιμένουν
να υπάρχουν εκείνα τα μικρά πέτρινα
σπίτια, πάνω απ’ τις βαθιές χαράδρες.
Τα βλέπεις καθαρά μόνο στο τραίνο του
γυρισμού. Δεσπόζουν στις απερινότητες
μισγάγκειες της πατρίδας. Ασπρίζουν
μες στο σούρουπο στωικά στον ερχομό της
Νύχτας. Παλιότερα λειτουργούσαν σαν
σταθμοί και κατοικία αυτών που είχαν’
οριστεί να φυλάγουν γέφυρες και περάσματα.
Ο
συρμός πήγαινε αργά αγκομαχώντας στην
ανηφόρα, θαρρείς με προκαλούσε να ξεφύγω.
Βγήκα αμίλητος απ’ το κουπέ, και τους
έκλεισα μέσα : τον δημοσιογράφο, τον
μεταπράτη, τον ρήτορα πολιτικό - πλάι
στον σιωπηλό ποιητή και τη γυναίκα που
δίπλωνε προσεκτικά γάμπες και λυγμούς.
Πήδηξα στα χαλίκια και με δυο δρασκελιές
πάτησα σε υγρό γρασίδι. Πήρα βαθιές
αναπνοές. Γέμισαν τα πνευμόνια μου
θυμάρι, δεντρολίβανο και χαμομήλι. Με
το που άρχισαν τα νυχτοπούλια να
ξεδιπλώνουν τα φτερά τους μπήκα στο
μικρό πέτρινο σπίτι.
Εκεί
θυμήθηκα το τρομερό όνειρο της τελευταίας
νύχτας… Ήμουνα στη γενέθλια πόλη πλάι στη
θάλασσα. Το κεφάλι του Ήλιου, μες στα
αίματα, κατρακύλησε από το δυτικό ικρίωμα
στις πλαγιές του Όλυμπου. Τότε η θάλασσα
άρχισε να φουσκώνει, να ξεχειλίζει τα
κράσπεδα της προκυμαίας. Ένας βρωμερός
πολτός από τους υπόνομους της πόλης,
μαζί με φίδια και χέλια πλημμύρισε τους
δρόμους της Αριστοτέλους και της
Τσιμισκή. Έτρεξα
να σωθώ προς το Σταθμό κι ανέβηκα στο
πρώτο τραίνο…
Μάσησα
λίγες πικρές ελιές απ’ το πιθάρι και
πλάγιασα στο χωμάτινο δάπεδο. Έγειρα
το κεφάλι στην πέτρα να ξεχυθούν οι
μνήμες και ο Εφιάλτης. Πέρα, στον κάμπο
των… Θερμοπυλών, άρχισαν να ανάβουνε τα πρώτα
φώτα και να κρεμάνε στους ιστούς τα
λάβαρα μιας παλιγγενεσίας. |
|
|
Ο τελευταίος καιρός |
|
|
Τον
τελευταίο καιρό Έβλεπα μέσα τους Ο
τελευταίος καιρός Γεμάτος φωνές Σφιξίματα
χεριών Σα ν' άρχιζε ή Σα να τελείωνε
κάτι Κι εγώ διαφανής Τώρα Που
τελειώνει ο τελευταίος καιρός Σκέπτομαι
πως έζησα Καλύτερα από ένα σκύλο Και
περισσότερο.
|
|
|