Καλώς ήρθατε ! Ορισμένες κατηγορίες περιεχομένων δεν λειτουργούν προσωρινά, ή δεν είναι "πλήρεις". Foreigners are kindly requested to click : "Translated" at the above table of contents.
της Μαρίνας
Οι περισσότεροι θα 'τανε νέοι, ίσαμε τα τριάντα πέντε – κι αυτό με επιφύλαξη, γιατί το ράσο, όπως κι η στολή, θαρρείς τον μεγαλώνουνε τον άνθρωπο στα μάτια των απ' έξω. Σκυφτοί, με ώμους που καμπούριαζαν αναίτια. Δε νομίζω πώς μπορεί να ήταν από τις μετάνοιες. Κάποιος ξεσαλωμός τους δίπλωνε κι αυτούς. Με κινήσεις λίγο γυναικωτές, μιλώντας πάντα χαμηλόφωνα, να μην ξυπνήσουν το Θεριό. Οι γέροντες, ωστόσο, φάνταζαν πιο αρρενωποί.
Περίμενα το φίλο μου από το μακρινό Περού να χορτάσει τον ύπνο, γιατί αποβραδίς είχανε την αγρυπνία του Ιωάννη του Θεολόγου. Προτίμησα να μείνω έξω, σ' ένα πεζούλι της πλακόστρωτης αυλής. Κάποια στιγμή, που και σε μένα η κούραση, από άλλες αγρύπνιες μιας ολάκερης ζωής – σαν ένα τεράστιο κουβάρι – πήρε να ξετυλίγεται αργά, βαραίνοντας τα βλέφαρα και τις κλειδώσεις, φθάσανε κι άλλοι επισκέπτες, ιερωμένοι αλλά και κοσμικοί, που τους πλαισίωναν αβρά, με υποτακτικά φερσίματα. Ο πορτάρης πήρε να τους μαζεύει στην εσωτερική αυλή, τακτοποιώντας σάκους και μικρές βαλίτσες πλάι-πλάι και στοιβαχτά, θυμίζοντας εικόνες θαμπές, από περιδιαβάσεις σχολικές, τότε που μας γνωρίζανε συνοπτικά την Ελλάδα.
Αμήχανος, σηκώθηκα και μπήκα στην υποδοχή, όπου ένας παπάς – έτσι τον νόμισα – μου φανέρωσε πως ήταν, τάχα, σεβασμιότατος, μητροπολίτης από τη Λέσβο. Κάθε χρόνο επισκέπτομαι το Όρος, μου εκμυστηρεύτηκε και βρήκε πως του «έφερνα» κάποιον πολύ δικό του, που λείπει χρόνια μακριά. Καθώς ο ύπνος με πολιορκούσε ακόμη κι ο αρχοντάρης μας είχε αφήσει μόνους, ξεναγώντας τους νεοφερμένους, του πρότεινα να φτιάξω εγώ καφέ και για τους δυο μας. Mπήκα στη μικρή κουζίνα, όπου στην άκρη είχανε, το ένα πάνω στ' άλλο, επτά κιβώτια λουκούμια, από αυτά που μας κερνάνε σαν οδοιπόρους, ίσως και ασθενείς.... Σίγουρα η αρρώστια μας τους φαίνεται βαριά, καθώς μας βλέπουν μια ζωή να τρέχουμε, ενώ αυτοί βραδυπορούνε και προσεύχονται...Σ' ' αυτό το τελευταίο ένιωσα το αναφιλητό, αυτό που χρόνια πνίγω μες στο στήθος, να ανεβαίνει ορμητικά. Άνοιξα μέσα στο μικρό το χώρο όλο το γκάζι της φιάλης – τέρμα. Μαζί και της εφεδρικής. Πρόλαβα μια στιγμή να ξαναδώ το γλυκερό το βλέμμα του σεβασμιότατου και έσυρα με σταθερά τα δάκτυλα το σπίρτο. Αυτό ήταν η έκρηξη που, Κυριακή απομεσήμερο, εννιά Οκτωβρίου, χίλια εννιακόσια ογδόντα οκτώ χρόνια από τη γέννηση του .... Σωτήρος, τίναξε στον αέρα την ιερά μονή Σταυρονικήτα, στην ανατολική πλευρά του Όρους, σκορπίζοντας τους είκοσι έξι μοναχούς της στα περιβόλια με τα λάχανα και τα πράσα.
Το περίεργο είναι πως εγώ δεν έπαθα τίποτε. Βγήκα πάλι στον περίβολο, γεμάτος σφρίγος. Προχώρησα ίσια σ' εκείνο τον ξύλινο πάγκο εργασίας, που στην άκρη του είχαν πιασμένη μια μαύρη μέγκενη. Ήτανε μισανοιχτή, στα μέτρα μου. Έχωσα μέσα της ολόκληρη την αριστερή παλάμη και με το καλό -θέλω να πω με το δεξί - άρχισα να σφίγγω με δύναμη τα δάκτυλα, επίμονα, μέχρι το κόκκαλο. Ένα γλυκό μούδιασμα με κυρίευσε, σα λίγωμα, από πάνω προς τα κάτω, ώσπου αισθάνθηκα τη ρεύση. Με σιγανούς σπασμούς, θαρρείς πειθαρχημένους από παντοδύναμη εντολή, άρχισα να εκσπερματώνω όρθιος, βλέποντας ίσια 'μπρος μου, στο λερωμένο τζάμι τη Μαρία με τα μάτια υγρά και τρέμοντας από την προσμονή, να πετά τα ρούχα της ένα-ένα....
- Τι κάνεις αυτού ; πήγαινε να καπνίσεις ... εξ'από'δω
Ένας καλόγερος μου έδειχνε επιτιμητικά τον δρόμο.
Αυτός, σκέφθηκα, με είδε να...καπνίζω. Αυτό μονάχα μπόρεσε να διακρίνει.
- Είμαι ε ρ γ ά τ η ς, αποκρίθηκα. Ένας από αυτούς που καλέσατε να σας φτιάξουν τη στέγη, τώρα που ζύγωσε ο χειμώνας και μπαίνουν τα νερά.
( στο Άγιο Όρος , 9 Οκτωβρίου 1988 )